Wyvern

Wyvern

Ένα από τα πολύ παλιά σκίτσα και πολύ γρήγορα. Παρόλο την απλότητα του βγάζει μια ωραία κίνηση και δυναμισμό που δεν τον έχω πετύχει σε σκίτσα που δούλευα για ώρες. Κλασσικά, μαύρο πενάκι σε απλό χαρτί!

Advertisements

Wyvern-Αγγλία

200wyvern

Αν υπάρχει ένας δράκος που η μορφή του κρύβει τους περισσότερους συμβολισμούς αυτός είναι ο Wyvern! Εμφανίζεται σαν σύμβολο της ζήλιας, σαν διακριτικό του πολέμου, η προσωποποίηση της καταστροφής, ένα μη μετατρέψιμο θέμα στην αλχημεία, η μεταφορά του διαβόλου και σαν το επικρατέστερο σύμβολο στα οικόσημα των ευγενών. Σπάνια όμως μπορούμε να τον δούμε και σαν σύμβολο αληθινής και αιώνιας φιλίας και αγάπης.

Σε διαφορά με τους υπόλοιπους δράκους έχει μόνο δύο πόδια, πάνω στο φιδίσιο σώμα του, που καταλήγουν σε αιχμηρά νύχια. Θυμίζει λίγο τον Κόκατρις, αλλά οι διαφορές είναι εμφανής.

Από τις πιο γνωστές ιστορίες είναι αυτή της Μάουντ και του Wyvern. Οι γονείς τις Μάουντ δεν θα είχαν αντίρρηση για ένα σκυλάκι ή ένα γατάκι για την κόρη τους αλλά ήταν κάτι παραπάνω από ενοχλημένοι από το πλάσμα που έβλεπαν μπροστά τους, όσο μικρό και γεμάτο χρώματα και αν ήταν. Νωρίτερα εκείνη την ημέρα η Μάουντ περπατούσε στο δάσος κοντά στο σπίτι της το Μόρντιφορντ στην Αγγλική επαρχία της Χερεφόρντσαϊρ, όταν έπεσε πάνω σε ένα παράξενο ζώο που έμοιαζε έρημοwyvern attacks lion(leonardo da vivci) και αποκαρδιωμένο να τριγυρνά ανάμεσα στα άνθη φανερά χαμένο.

Το πλάσμα έμοιαζε με μικρό δράκο. Το σώμα του δεν ήταν πιο μεγάλο από μιας σαύρας με τα γυαλιστερά πράσινα λέπια του, που αντανακλούσαν το φως του ήλιου, προσπαθούσε να σταθεί στο μοναδικό ζεύγος άκρων που είχε. Κάθε τόσο άνοιγε τα μεμβρανοειδή φτερά του κουνώντας τα με δύναμη προσπαθώντας μάταια να ανυψωθεί καθώς ήταν ακόμη πολύ μικρό σε ηλικία. Μόλις είδε την Μάουντ η δυστυχία του χάθηκε και άρχισε να κάνει κύκλους γύρω από την κοπέλα επιδεικνύοντας την χαρά του που δεν ήταν πια μόνο.

Σχέδιο του Λεονάρντο Ντα Βίντσι ενός

τρομερού Γουίβερν που επιτίθεται σε ένα λιοντάρι

Η Μάουντ καλωσόρισε την χαρά αυτή του μικρού δράκου. και χαρούμενη τον πήρε πίσω σπίτι μαζί της πεπεισμένη πως και οι γονείς της θα μοιράζονταν την ίδια χαρά για το μικροσκοπικό αυτό πλάσμα. Εκείνοι όμως αναγνώρισαν το πλάσμα αυτό ως μια Γουίβερν (έστω και μια μικρή) και η αντίδραση τους ήταν πολύ διαφορετική. Με λόγο που δεν σήκωνε αντιρρήσεις επέμεναν να το επιστρέψει εκεί που το βρήκε. Σφίγγοντας την καρδιά τους για να μην λυγίσει από τα δάκρυα και τους λυγμούς της κόρης τους έκλεισαν την πόρτα πίσω της παρακολουθώντας με λύπη αλλά και ανακούφιση καθώς η κόρη τους πήγαινε σιγά πίσω στο δάσος ακολουθούμενη από τον μικρό παράξενο σύντροφο της.

Μόλις χάθηκε όμως από το βλέμμα τους, έφυγε από το κύριο μονοπάτι που οδηγούσε στο δάσος και έτρεξε σε ένα μυστικό μέρος, που ήξερε μόνο αυτή, όπου είχε περάσει πολλές ευτυχισμένες ώρες κρυμμένη από τον υπόλοιπο κόσμο. Εκεί άφησε το νεοαποκτημένο της κατοικίδιο όπου θα έμενε έτσι ώστε να μπορεί να το επισκέπτεται, να παίζει μαζί του να το ταΐζει κάθε μέρα, προστατευμένο από το βλέμμα των γονέων της και των άλλων κατοίκων της περιοχής.

Καθώς περνούσαν οι μήνες, το κατοικίδιο της Μάουντ, μεγάλωνε και μάλιστα με γοργούς ρυθμούς. Το μικρό σαυροειδές ενηλικιωνόταν σε μια ώριμη Wyvern που τα απαλά πράσινα λέπια της σκλήρυναν σε κοφτερούς δίσκους, τα φτερά απλώνονταν σε μεγάλα νυχτεριδοειδή, και η μικρή χαριτωμένη του ουρά είχε ένα μεγάλο δηλητηριώδες και θανατηφόρο κεντρί.

Τα πιάτα με γάλα που έφερνε κάθε μέρα η πάντα πιστή Μάουντ που κάποτε ικανοποιούσαν την λιλιπούτεια όρεξη του δεν ήταν πλέον αρκετά για να κορέσουν την ολοένα και μεγαλύτερη πείνα του. Και έτσι άρχισε να ψάχνει αλλού για τροφή. Οι ντόπιοι χωρικοί σύντομα υπέφεραν από μεγάλες απώλειες και δεν πέρασε πολύς καιρός μέχρι να ανακαλύψουν το γιατί. Ο δράκος της Μάουντ έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη για το κρέας των προβάτων και των βοοειδών. Όταν αμυνόμενο αντιμετώπισε κάποιους χωρικούς που μαζεύτηκαν να το αντιμετωπίσουν ανακάλυψε άλλη μια γεύση που του άρεσε πολύ, την ανθρώπινη!

Η Μάουντ ήταν συντετριμμένη από την εξέλιξη του μέχρι τότε συντρόφου της στο παιχνίδι και τον παρακάλεσε να σταματήσει να επιτίθεται στους κατοίκους, αλλά μάταια προσπαθούσε να τον μεταπείσει. Ούτε η ευγενική παράκληση ενός αθώου παιδιού δεν μπορούσε να ηρεμήσει την ενστικτώδη φύση και την φύση του κυνηγού ενός αληθινού δράκου. Με την ωριμότητα του τα ένστικτα αυτά απελευθερώθηκαν σε μια βίαιη και ανεξέλεγκτη πρωτόγονη δύναμη. Μόνο ένα άτομο έμενε ασφαλές από την λεηλασία της Wyvern, η Μάουντ, η παιδική του φίλη.

Γιατί δεν ήταν ούτε η φωτιά αλλά ούτε και ο φόβος, παρά μόνο η αγάπη που ακόμα και οι καρδιές των πιο τρομερών δράκων περιέχουν και είναι τόσο σπάνιο να συγκινηθεί από κάποιον άνθρωπο. Μόνο εκείνη μπορούσε να περπατά δίπλα του, να κρατιέται από τα γαμψά νύχια του, και να τον κοιτάει με στα φεγγοβόλα μάτια του χωρίς να νιώθει φόβο. Τόσο μεγάλη είναι η δύναμη της αγάπης και της φιλίας.

Τίποτα όμως από αυτά δεν ήταν ικανά να αλλάξουν τα αναπόφευκτα γεγονότα που επρόκειτο να συμβούν. Η τυραννία της wyvern έπρεπε να τελειώσει αν ήθελαν οι κάτοικοι του Μόρντιφορντ να επιβιώσουν. Και έτσι ένα πρωινό μια ψηλή φιγούρα μέσα σε γυαλιστερή πανοπλία και καβάλα σε ένα περήφανο άτι είχε πάρει τον δρόμο για το δάσος με μια καλοφτιαγμένη λόγχη σφιχτά στο χέρι του.

Ένα μέλος από τις μεγαλύτερες οικογένειες της περιοχής των Γκάρστονς κατέβηκε από το άλογό του και φώναξε προς τον θανατηφόρο αντίπαλο του. Ξαφνικά μέσα από τους πυκνούς θάμνους ξεπρόβαλε η τρομερή φιγούρα που ήταν σχεδόν αόρατη καθώς τα πράσινα λέπια του είχαν γίνει ένα με το φύλλωμα των φυτών καθώς περίμενε ξαπλωμένο τον αντίπαλο του.

Ενστικτωδώς σήκωσε την ασπίδα του για να αποκρούσει την φλεγόμενη σφαίρα που βγήκε από τα ορθάνοικτα σαγόνια του δράκου ενώ την ίδια στιγμή ώθησε την λόγχη του μέσα στο λαιμό του από το ανοιχτό του στόμα. Η λόγχη τρύπησε εσωτερικά το κρέας του πλάσματος και μια έκρηξη μαύρου αίματος γέμισε το έδαφος.

Ο Γκάρστον έφερε επίσης και ένα καλά ακονισμένο σπαθί και ήταν έτοιμος να αποτελειώσει με αυτό το δράκοντα με ένα χτύπημα στο κεφάλι, όταν ακούσθηκε μια κραυγή κάποιας κοπέλας. Δεν ήταν κραυγή τρόμου αλλά οργής καθώς έβγαινε μέσα από τους θάμνους και επιτέθηκε στον άντρα με ρίχνοντας του πέτρες. Το άλογο τρομαγμένο σηκώθηκε αλλά η έκπληξη του Γκάρστον μεγάλωνε καθώς είδε το ίδιο κορίτσι να πέφτει στα γόνατα μέσα στα ματωμένα χόρτα κλαίγοντας ασταμάτητα με λυγμούς καθώς είχε τυλίξει τα χέρια της γύρω από το λαιμό του ετοιμοθάνατου δράκου.

Ήρεμος αλλά παράξενα ταραγμένος από την νίκη του σφάζοντας τον δράκο που τρομοκρατούσε την περιοχή για τόσο καιρό, ίππευσε μακριά στους χαρούμενους κατοίκους της Μόρντιφορντ αφήνοντας πίσω ένα νεκρό τέρας και την μόνη του φίλη, ένα κορίτσι με το όνομα Μάουντ όπου η αθωότητα των παιδικών της χρόνων κατέληξε σε ένα ξαφνικό, βάρβαρο και πρόωρο τέλος.

Μια εικόνα με ένα Γουίβερν μπορούσαμε να δούμε στο τοίχο της εκκλησίας του Μόρντιφορντ μέχρι το 1811 όπου παρά της παρακλήσεις των ντόπιων ο ιερέας την κατάστρεψε γιατί θεωρούσε ανίερο το σύμβολο του διαβόλου να βρίσκεται εκεί.